Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Πως έφυγες, απ’ τη ζωή μου έτσι

Πως προχωράς? 

Πως λες θα κλείσω αυτό το βιβλίο και αρχίσω να γράφω άλλο? Δεν είναι απλά μια σελίδα, ούτε καν ένα κεφάλαιο. Πρέπει να αρχίσει η ιστορία από την αρχή. Μα εγώ παλεύω να βρω κενά ανάμεσα σε μουτζούρες και λέξεις για να γράψω λίγο ακόμα. Το πρώτο βιβλίο ποτέ δεν το ξεχνάς. Όποιο και αν είναι το τέλος , το κουβαλάς για πάντα.

Πως ξεχνάς?

Ένα άγγιγμα , μια λέξη , μια ανάσα. Τι να ξεχάσεις πρώτα? Μήπως να σβήσεις όλες τις μέρες και ύστερα τις νύχτες? Έπειτα τις λέξεις και τα χαμόγελα? Μετά τα χάδια και τα φιλιά? Στη συνέχεια τις μυρωδιές και τις γεύσεις? Και τέλος όλα τα κρεβάτια? Να γίνει το μυαλό σου σαν άσπρο σεντόνι. Τότε ξερίζωσε και πέτα τη καρδιά σου γιατί όσο και αν προσπαθείς, δεν θα ξεφύγεις όσο αυτή χτυπάει.

Πως ξαναρχίζεις?

Ποιος θα δεχτεί μεταχειρισμένα χάδια? Ποιος θα ακούσει χιλιοειπωμένα λόγια? Ποιος θα φιλήσει χείλη που είχαν ματώσει να λένε σ'αγαπώ? Πως το μυαλό θα δεχθεί άλλες σκέψεις εκτός από τη μορφή σου? Πως να ακούσω και να πω ό,τι έλεγα σε σένα? Πως να ανασάνω οξυγόνο αν δεν μου το δίνεις εσύ? Σε ποια σεντόνια να ξαπλώσω με άλλο σώμα αφού είναι όλα ματωμένα? Δεν είχα πολλά μα στα έδωσα όλα. Δεν έχω και δεν θέλω να δώσω άλλα.



Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

My signature move


Πάντα μου άρεσε να γράφω, ήταν πιο εύκολο να βλέπω τον κόσμο μέσα από λέξεις και νοήματα που έδινα εγώ. Αλλιώς μου φαινόταν σκληρός και αδιάφορος. Κάποτε σου άρεσε και σένα. Κάποτε χαμογελούσες και μου έδινες δύναμη και έμπνευση να γράφω περισσότερο. Δεν πίστευα άλλωστε πως τα κείμενα μου προσφέρουν κάτι το ιδιαίτερο αλλά εσύ επέμενες. Έγραφα για μένα και για κανέναν άλλον. Μέχρι τη στιγμή που έγραφα πια μονάχα για σένα.. δηλητηρίασες ό,τι όμορφο έβλεπα στις λέξεις και με έκανες να τις φοβάμαι. Κάθε λέξη που πληκτρολογούσα ήταν μια βαθιά ανάσα και κάθε κείμενο σαν μια αταξία που κάνει ένα παιδί περιμένοντας να το μαλώσουν. Πέρασε καιρός και αναρωτιόμουν γιατί δεν μπορώ πια να βρω καταφύγιο στις λέξεις παρά φοβάμαι μέχρι και να σκεφτώ να γράψω κάτι. Καθώς μπαίνουν οι λέξεις τώρα η μία δίπλα από την άλλη , οι ανάσες μου βαραίνουν και νιώθω έναν πόνο στο στήθος. Οι λέξεις μου , οι φίλοι μου που πάντα με βοηθούσαν και έπαιρναν από μέσα μου όλα τα βάρη , δεν είναι πια δικές μου. Μου έκλεψες ό,τι πιο όμορφο είχα φτιάξει. Πως με βάζεις να διαλέξω? Χαλάλι. Στο τέλος δεν είχε σημασία. Έδιωξες από δίπλα μου ό,τι αγαπούσα και έπειτα έφυγες και συ. Και γω θυσίασα τις λέξεις μου για να σε φέρω πίσω. Δεν με ένοιαζε τίποτα πια. Κι όμως πάλι με αρνήθηκες. Και μια και δυο και τρεις φορές. Δεν έχει νόημα πια, μου είπες. Μα εγώ πάντα έβρισκα το νόημα στις λέξεις. Το έφτιαχνα μόνη μου. Δεν είσαι όμως πια εδώ και γω κουράστηκα να σου εξηγώ.

"Θέλω να γράψω για μένα τώρα."