Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

HöLLE

Θέλω να ανοίξω μια τρύπα από το στήθος μέχρι κάτω την κοιλιά μου και να τα βγάλω όλα έξω. Να πετάξω όργανα, φλέβες, καρδιά και τη ζωή μου όλη. Να ανοίξω και το κεφάλι μου και να ξεσκίσω τον εγκέφαλο μου μέχρι να καταστραφεί η μνήμη μου εντελώς. Να τα ράψω μετά όλα και να συνεχίσω να ζω σαν ένα άδειο κουφάρι. Χωρίς ζωή, χωρίς καρδιά, χωρίς ιστορία. Ένα τίποτα, μια τιποτένια. Να μην νιώσω ποτέ ξανά χαρά και ανακούφιση. Να μην ζήσω την ευτυχία, να μην βιώσω την αγάπη. Να μην νιώσω τον πόνο, να μην πληγωθώ. Να σαπίσω σαν ένα κομμάτι κρέας που κάποιος ξέχασε. Άδεια, άχρηστη. Να χαθώ σε ένα κουτί με απολεσθέντα που κανείς ποτέ δεν ζήτησε. Να βάλω μαύρη φορεσιά πάνω στα κόκαλα που κουβαλούν το σώμα μου και μαύρο αίμα στις φλέβες μου που θα κυλάει αργά και επώδυνα. Να σπάσω ό,τι έχω και δεν έχω μέσα μου. Να κόψω τις ξανθές μου τρίχες και να αφήσω το ανοιγμένο μου κρανίο μόνο με μια ουλή. Να πάρω ένα κομμάτι γυαλί και να ματώσω τα χείλη μου για να μην ξαναβγάλουν λέξη. Να τρέξω και να πέσω και να ματώσω τα γόνατα και τα πόδια μου και να μην ξανασηκωθώ ποτέ. Κι όταν με χαστουκίσεις γιατί είμαι άσχημη και κακιασμένη και ανίκανη να νιώσω, εγώ θα γυρίσω και το άλλο μάγουλο. Να με χτυπήσεις πάλι, να με βρίσεις, να με φτύσεις, να με κοροιδέψεις και να με διώξεις μακριά από τους ανθρώπους. Μακριά να ζήσω μόνη σε έρημη και άγονη γη. Να πεινάσω, να διψάσω και να φάω χώμα νεκρό. Να καταπίνω θάνατο για να ξερνάω ζωή. Ασήμαντη ζωή, χωρίς σκοπό. Να ζω για να βασανίζομαι. Να αναπνέω διοξείδιο, όχι οξυγόνο. Κάτω από τον δυνατό ήλιο να πετάξω και τα σαπισμένα ρούχα μου και να αφήσω τις αχτίνες να με κάψουν. Μέχρι μέσα. Το τσούξιμο να φτάσει σε κάθε κύτταρο που έχει επιζήσει πάνω μου. Να κάψει τη σάρκα μου. Να σβήσει το είναι μου. Ξαπλωμένη στην ξέρα να κοιτάω με άδειο βλέμμα τον ουρανό και αυτός να μου φωνάζει: "Δεν σε θέλω. Δεν θα έρθεις ποτέ κοντά μου." Να τρέξει ένα δάκρυ με την τελευταία υγρασία που έχει μείνει στο σώμα μου και να αφήσω το σκοτάδι να με καταπιεί μια και καλή. Να χαθώ,μια και καλή.


Σημείωση.

Την Τετάρτη καθώς περπατούσα προς το γραφείο το ένιωσα. Ένα κλικ μέσα μου σαν να ενώνονται δύο κομμάτια που δεν ήξερα καν ό,τι υπήρχαν. Και πήρα την πιο κρίσιμη και την πιο γαμάτη απόφαση της ζωής μου! Σε δευτερόλεπτα μπορούσα να δω τον εαυτό μου σε ένα μικρό γραφείο, λιτό όπως πρέπει, να πίνω λίγο καφέ περιμένοντας το επόμενο ραντεβού ή να γυρνώ τα κλειδιά στην πόρτα το πρωί με ανυπομονησία για μια καινούργια συνεδρία. Σχεδόν ερωτεύτηκα την εικόνα αυτή και χασκογελούσα μόνη μου περπατώντας στην άκρη του πεζοδρομίου.
 Όταν έφτασα και μπήκα στο γραφείο ένιωσα μια νοσταλγία για τις μέρες που θα έρθουν. Ήμουν σίγουρη πια. Μπορεί την Κυριακή να σου έλεγα πως "ο έρωτας για την δουλειά σου" θα μου προκαλούσε ανασφάλεια αλλά τώρα βλέπω πως μάλλον θα ένιωθα ακριβώς το ίδιο. 

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

No filter.


I'm dying tonight; slowly, painfully. My life is being sucked out of me.

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Μπιπ , μπιπ , μπιπ


Σήμερα θα έπρεπε να βρέχει. Ο ήλιος είναι τόσο φωτεινός που μοιάζει σαν να μου τρίβει στη μούρη τη ζωή που νιώθω να γλιστράει από τα χέρια μου. Όλα μοιάζουν πιο πράσινα, πιο ζωντανά σαν να κοροϊδεύουν τον θάνατο. Σαν να του δείχνουν τι έχει να χάσει.

Η ώρα είναι 7 και κάτι ξημερώματα και όλοι έχουν ξυπνήσει. Όλοι έχουν ζωή που ξεχειλίζει από μέσα τους. Έτσι μου έρχεται να πάρω ένα πινέλο και να τα βάψω όλα μαύρα. Και τη ζωή τους και το φως τους και τη ψυχή τους. Η αλήθεια είναι δεν με νοιάζει τι ώρα είναι, δεν με νοιάζει αν έξω ο ήλιος λάμπει επιδεικτικά και φωτίζει μέχρι εκεί που φτάνει το κόκκινο μάτι μου. Δεν με νοιάζει καν αν όλοι είναι πράγματι ζωντανοί ή παίζουν θέατρο μόνο για σήμερα.

Ο μόνος ήχος που ακούω είναι μια μηχανική ανάσα και μερικά μπιπ μπιπ που, αν και σε άλλη περίπτωση θα ήταν ένα ενοχλητικό άχρηστο άκουσμα, σήμερα είναι ο πιο καθησυχαστικός ήχος που φτάνει στο αυτί μου. Αυτή η μουσική από μηχανές που είναι τελείως ψεύτικη και απλώς παρατείνει το αναπόφευκτο έχει γίνει κάτι σαν νανούρισμα και στοργική αγκαλιά.

Ο ήχος αυτός μετράει τις στιγμές μου μέσα σε αυτούς τους βρώμικους, γεμάτους απελπισία τοίχους, μετράει τις ανάσες που παίρνω και τη ζωή που φεύγει. 

Από το ένα κλουβί στο άλλο. Όσο και να περπατάω μέσα σε αυτούς τους ατελείωτους διαδρόμους τελικά όλοι συνδέονται μεταξύ τους και δεν οδηγούν πουθενά. Προχωράς, στρίβεις, ανεβαίνεις, κατεβαίνεις και πάλι νιώθεις το δέρμα σου να ποτίζει με απελπισία. Πως μπορεί κάποιος να ξεφύγει? Και αν το καταφέρει ποιο είναι το τίμημα?

Αυτό το καταραμένο ρολόι έχει χαλάσει. Ο χρόνος δεν περνάει. Η ίδια στιγμή απλά επιμηκύνεται και διαρκεί για πάντα. Ούτε αρχή, ούτε τέλος. Μονάχα μια ατέρμονη και τρομακτική αδράνεια. Τικ τοκ τικ τοκ και η αναμονή δεν τελειώνει.


Οι καινούργιοι τοίχοι είναι ακόμα πιο άδειοι και αφιλόξενοι. Μοιάζουν να κουνιούνται και να έρχονται κοντά σου μέχρι που θα σε πνίξουν. Η μουσική έχει γίνει φασαρία. Αυτά τα μηχανήματα δεν αστειεύονται. Μπιπ μπιπ μπιπ ακούγονται από παντού και κάθε ήχος ταράζει την καρδιά μου σαν ηλεκτροσόκ. Όλοι είναι πιο σοβαροί και σε κοιτούν δίχως να μιλάνε. Ησυχία, ησυχία, ησυχία και μόνο αυτή η φασαρία σπάει τη σιωπή.

Έρχομαι κοντά σου και νιώθω να πνίγομαι. Η ανάσα μου έχει γίνει δύσκολη και η ψυχραιμία μου εξαντλείται όπως το οξυγόνο στα βαριά πνευμόνια μου. Λένε λένε λένε και δεν μου φτάνει τίποτα.  Ίσως γιατί δεν ακούω αυτό που θέλω.

Θέλω να μείνεις εδώ. Να μην πας πουθενά. Να δώσεις άλλη μία μάχη και να σπάσεις αυτούς τους τοίχους που σε πνίγουν.  Έχουν κλείσει τη ζωή σου σε μπουκάλες και ορούς. Πάρε μια ανάσα και φώναξε τους όσο πιο δυνατά μπορείς να στα δώσουν πίσω. Ούρλιαξε και διώξε τις αλυσίδες σου.  Θα δεις όλα θα γυρίσουν σε σένα. Όλα τελειώνουν και αρχίζουν από σένα.

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Η απάντηση.


αγάπη,
αγάπη,
αγάπη,
αγάπη,
αγάπη,
αγάπη,
και πάλι αγάπη.