Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

ενοχή,φόβος και αδράνεια

Φοβάμαι λοιπόν. Αυτό προσπαθώ να πω. Φοβάμαι τον χρόνο. Φοβάμαι τη λήθη. Όσο γλυκό και λυτρωτικό κι αν είναι, το πέρασμα του χρόνου με φοβίζει. Οδηγεί στην αποξένωση, στο κενό, ακόμα χειρότερα στην απαξίωση. 
Τι θα γίνει μετά από λίγο καιρό όταν δεν θα έχω τον πόνο ?? Αν δεν πονάω πως θα μπορέσω να σε κρατήσω κοντά μου ?? Κι αν σε ξεχάσω ?? Δεν μου αρέσει τίποτα, δεν με ανακουφίζει τίποτα. Και δν νιώθω που να πάρει!!!!  Δεν νιώθω, δεν σκέφτομαι, δεν προσπαθώ, δεν προχωράω.  ΤΊΠΟΤΑ δεν κάνω. 
Είμαι μουδιασμένη και κουρασμένη. Και δεν προσπαθώ να το αλλάξω αυτό. Το κενό με εξυπηρετεί μια χαρά στην υπεκφυγή μου. Αλλά ως πότε ?? Και γιατί το κάνω αυτό ?? Γιατί έχω επιλέξει αυτό τον εύκολο δρόμο της διαφθοράς? 
Γιατί αν συνέχεια πνίγεις τα συναισθήματα σου, κάποια στιγμή θα πεθάνουν. Θα σβήσουν και θα μείνει μόνο ένας ήχος ασφυκτικής ανάσας να σε συντροφεύει.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Όλο γράφω και σβήνω χωρίς αποτέλεσμα..τίποτα δεν με λυτρώνει.
Μου λείπεις γιαγιά, και αυτές οι τρεις λέξεις με πονάνε όσο τίποτα.

Δεν έχω ούτε δύναμη ούτε θέληση να το αντιμετωπίσω. Δεν προχωράω, απλά υπάρχω. Αν και υπάρχουν στιγμές που δεν θα ήθελα καν να υπάρχω.

Πονάω
Ψέματα. Δεν νιώθω και αυτό είναι ακόμα χειρότερο.

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

εμπόριο λευκής σαρκός




φοβάμαι τα χέρια σου πάνω μου
σκέφτομαι πως μαθαίνεις το σώμα μου με τα δάχτυλα σου
και να μένουν παντού τα σημάδια σου.
Θυμάσαι?
με πούλαγες και με αγόραζες

και εγώ?
εγώ τι έκανα
δεν έκανα.
έμεινα εκεί ακίνητη
να περιμένω την ώρα που θα τελειώσεις
και θα με κοιτάξεις με αυτό το τρελαμένο βλέμμα
όπως τα ζώα κοιτούν τη νεκρή σάρκα καθώς την ξεσκίζουν
και τα χέρια σου που με έσφιγγαν
και τα χείλη σου που μου φώναζαν

με πούλαγες

με αγόραζες

μου φώναζες για μια καλή τιμή

να παίξω πιο καλά τον ρόλο μου

ήθελα τόσο πολύ!

ήθελα τόσο πολύ να πιστέψω

σ'αγαπώ

σε θέλω

δεν πονάω

δεν μετανιώνω




Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015


Οι σκέψεις είχαν σκοτεινιάσει το πρόσωπο του και ο καπνός απ'το τσιγάρο θόλωνε την εικόνα του. Έμοιαζε σαν ένα παλιό μαύρο, ασύμμετρο και μυστήριο έργο τέχνης. Αν τον παρακολουθούσες για πολλή ώρα μπορούσες να διακρίνεις μικρές ιστορίες χαραγμένες πάνω του. Μια γυναίκα που δεν ήξερε τι θα πει "αγάπη", δύο παιδιά χαμένα σε όνειρα από νεραϊδόχορτο και αλητεία , ένας άνδρας που έψαχνε τον λόγο, ένα ζευγάρι άπληστο και πληγωμένο, ένα αγόρι που δεν είχε μάθει να κλαίει. Ιστορίες που δεν θα χώραγε ούτε το πιο μεγάλο βιβλίο, ούτε θα τις άντεχε το πιο δυνατό μυαλό. Το δικό του μυαλό ακόμα δεν είχε αποφασίσει αν άντεχε ή όχι. Μήπως είχε και επιλογή?

Παρόλαυτα η δική του ιστορία δεν φαινόταν πουθενά. Είτε κοιτούσες στα μάτια, είτε στους μαύρους κύκλους, είτε στα χείλη, είτε άκουγες τα γέλια ή τις ανάσες που άφηνε που και που να του ξεφύγουν. Κομμάτια άλλων συμπληρώνουν το παζλ της εικόνας που κρύβει οτιδήποτε δικό του. Κάθε μέρα μπαίνουν κι'άλλα κι'άλλα κομμάτια. Τον κοιτάς μα δεν τον βλέπεις.

"Όμορφος", είναι μια τόσο μικρή και απλή λέξη. Δεν υπάρχει τίποτα απλό πάνω του. Όλα είναι αποτέλεσμα ενός μεγάλου σχεδίου που έχει συνθέσει προσέχοντας ακόμα και την απειροελάχιστη λεπτομέρεια. 

Είναι τόσο ήρεμος,σαν την πιο απαλή νηνεμία. Τόσο συγκρατημένος και οριοθετημένος. Τα όρια του τον καθορίζουν. Μπορεί μέσα του να ξεσπά τρικυμία, αλλά δεν το δεις ποτέ. Ακόμα κι αν τα κύματα χτυπούν τους βράχους του. Ακόμα και αν βυθίζουν ολόκληρα καράβια.

Ψάχνω μια λέξη που να μπορεί να χωρέσει μέσα της όλη την ύπαρξη του. Δεν βρίσκω. Άνθρωποι που κάνουν το αχανές του κόσμου μας να φαίνεται μικροπρεπές,όπως εκείνος, δεν χωρούν σε γράμματα.

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Μία γρανίτα φράουλα.

Το καλοκαίρι, ποτέ δεν μου άρεσε και ποτέ δεν θα μου αρέσει. Το καλοκαίρι μου ζητά μια ομορφιά που δεν την έχω. Αυτή η ζέστη, τα ήσυχα μεσημέρια, το φως που δεν σβήνει. Η άμμος που είναι παντού και ο ήλιος που σου τρώει αχόρταγα το δέρμα. Και αυτή η λαχτάρα που με πιάνει να φιλήσω δυο χείλη παγωμένα με γεύση φράουλα. Η αγάπη, ο έρωτας και η παιδική αθωότητα του πρώτου φιλιού. Τα τοπία που φωνάζουν να τα εξερευνήσεις και αυτή η μοναδική απόλαυση που νιώθει το σώμα σου με τη δροσιά της θάλασσας. Κάτι μεσημεριανούς ύπνους σε μια παλιά αιώρα και μερικά βραδινά μπάνια στην πιο μακρινή παραλία. Η ζωή που τρέχει με αλάτι στα μαλλιά φορώντας ένα κόκκινο μαγιό και σε προκαλεί να την κυνηγήσεις μέσα στα νερά. Το καλοκαίρι, με τα αγόρια και τα κορίτσια του. Τις υποσχέσεις που ξεχνιούνται αμέσως μόλις στεγνώσει η αμμουδιά. Τις χειραψίες που γίνονται αντίο. Τα ποτά που γίνονται πρωινός πονοκέφαλος.

Τέτοια ομορφιά εγώ δεν έχω να τη δώσω. 



Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Θέατρο χωρίς αυλαία.

Αν οι σκέψεις μου είχαν χρώμα θα ήταν κατακόκκινες με το πιο βαθύ κόκκινο. Θα μύριζαν ιδρώτα και σαπίλα αλλά θα εξαφανίζονταν στο φως. Αν οι σκέψεις μου είχαν σχήμα θα ήταν ακατανόητο και μεγάλο. Σαν ένα περίεργο έργο τέχνης που αμφισβητείται η εγκυρότητα του. Αν μπορούσε κάποιος να ακούσει τις σκέψεις μου θα ήταν πολλά τραγούδια των Κόρε Ύδρο τέρμα στο ραδιόφωνο, χωρίς συνοχή, το ένα πάνω στο άλλο. Αν μπορούσε κάποιος να δει που φυλάω τις σκέψεις μου θα ήταν ένα δωμάτιο ερμητικά κλειστό χωρίς πόρτες και παράθυρα. Αν μπορούσα για μια φορά να σπάσω τους ξύλινους τοίχους θα γέμιζε ο τόπος οξυγόνο, αέρα, ζωή και φως! Τόσο πολύ φως που θα τρέμουν τα σκοτεινά μου μυστικά. Αν μπορούσα να νιώσω αυτό το φως θα ήταν σαν το πρώτο φιλί. Τρομαχτικό και σχεδόν απογοητευτικό αλλά τόσο μα τόσο λαχταριστό. Κι αν ήθελα να περιγράψω τι λένε οι σκέψεις μου τώρα, θα ήταν μια σκηνή από ταινία. 
   Μια ταινία παλιά που δεν έχει παιχτεί στο σινεμά, μόνο σε έναν συνοικιακό θερινό κινηματογράφο. Θα ήταν γεμάτη ακατάλληλες εικόνες και βρομόλογα και μια γλυκιά μικρή πρωταγωνίστρια. Η πρωταγωνίστρια θα ήταν ασπρόμαυρη και μουγκή ενώ στο φόντο της θα εξελισσόταν το σενάριο. Με κλεφτές ματιές εκείνη θα παρακολουθούσε τις σκηνές χωρίς να συμμετέχει πολύ. Μόνο θα προσκαλούσε περαστικούς να κάτσουν να δουν την ταινία της για να της πουν στο τέλος την κριτική τους. Κατά την διάρκεια της ταινίας πολλοί έφευγαν λέγοντας πως ήταν μόνο περαστικοί και είχαν δουλειές να τελειώσουν.
   Στο τέλος της ταινίας η πρωταγωνίστρια κοιτάζει τους θεατές στα μάτια και φωνάζει με όλη της τη δύναμη: 

ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΙ ΚΑΝΩ ΛΑΘΟΣ!


Κι ήθελα τόσο πολύ να είμαι!

Μερικές φορές είμαι ένα ή και πολλά επίθετα μαζί. Όλα παρόμοια και χιλιοειπωμένα, τίποτα ξεχωριστό. Είμαι μια σκιά. Κάτι θολό, κάτι που δεν φτάνει να γεμίσει τις λέξεις. Μια αβεβαιότητα, μια αστάθεια και μια ανασφάλεια. Ένα παραπάτημα σε δρόμο με νερά, μια σταγόνα σε ένα ξεχυλισμένο ποτήρι. Είμαι το πιο πολυσύχναστο στενό της πόλης και ο δρόμος που όλοι έχουν περπατήσει. Είμαι άσπρο στο φως και μαύρο στο σκοτάδι. Είμαι κάτι δικό τους και τίποτα δικό μου.

Απόψε όμως δεν είμαι τίποτα και δεν θα είμαι ούτε αύριο.