Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Φυγή

Σήμερα έφυγα από το σπίτι και η πρώτη μου σκέψη ήταν να μην ξαναγυρισω. Κουράστηκα, σας βαρέθηκα, δεν μπορώ να είμαι το σκουπιδαριό για τα σκοτάδια σας. Μακάρι να έφευγα μια και καλή. Ήξερα πολύ καλά που θα μπορούσα να περάσω το βράδυ γιαυτό και η πρώτη κίνηση μου ήταν να βγάλω το κινητό από τη τσέπη και να στείλω ένα μήνυμα. Προσπαθωντας με νύχια και με δόντια να συγκρατησω τα δάκρυα μου και με την υγρασία να θολώνει τα μάτια μου, πληκτρολόγησα " γειά σου, τι κάνεις "

Η απάντηση ήρθε αμέσως. "Γειά σου όμορφη" και ξαφνικά ένιωσα κάτι μέσα μου να κολλάει ξανά. Ηρέμησα και αποφάσισα να το πάω ως το τέρμα. Ποιο τέρμα δηλαδή αφού το μόνο που έκανα ήταν να ξεκινήσω να περπατάω χωρίς προορισμό. Πήγαινα όπου με πήγαινε ο δρόμος και απλώς δεν με ένοιαζε το πως θα γυρνουσα πίσω. Κάποια στιγμή βρέθηκα σε ένα δρόμο που έχω προσπεράσει πολλές φορές αλλά ποτέ δεν έχω περπατήσει. Είναι μια τεράστια κατηφόρα που στο φόντο της έχει άπειρα φωτάκια πόλης. Περπατούσα για μιάμιση ώρα χωρίς να ξέρω που πηγαίνω, κάποια στιγμή πονεσαν τα πόδια μου και ήθελα να καθισω.  Ο μόνος λόγος που συνέχισα να κάνω ανούσιες βόλτες ήταν ότι δεν ήθελα με τίποτα να γυρίσω πίσω. Όσο περπατούσα ένιωθα πιο άδεια, πιο μουδιασμένη και κάτι τέτοιο στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο,τι καλύτερο.


Το πιο τρομακτικό όμως δεν είναι το που πήγαινα ή το που θα περνούσα το βράδυ. Το χειρότερο και το πιο ανησυχητικό είναι πως κανείς, μα κανείς, δεν το ήξερε και ούτε επρόκειτο να το μάθει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: